θράκα


θράκα
και θρακιά, η
βλ. ανθρακιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αθράκα, μεγεθ. του αθράκι < αρχ. ανθράκιον, υποκορ. τού άνθραξ*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Θρᾴκα — Θρᾴκᾱ , Θρᾴκη from Thrace fem nom/voc/acc dual Θρᾴκᾱ , Θρᾴκη from Thrace fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θράκα — η σωρός από αναμμένα κάρβουνα: Έψησε τα κάστανα στη θράκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θρᾷκα — Θράκιος masc acc sg Θρᾷξ masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θρακώνω — [θράκα] 1. (για καύσιμα είδη) καίγομαι ολότελα, γίνομαι θράκα, χωνεύω («θράκωσαν τα κούτσουρα») 2. (για μη καύσιμα είδη) απανθρακώνομαι («θράκωσαν τα κάστανα») …   Dictionary of Greek

  • Θρᾴκας — Θρᾴκᾱς , Θρᾴκη from Thrace fem acc pl Θρᾴκᾱς , Θρᾴκη from Thrace fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θρᾷκ' — Θρᾷκα , Θράκιος masc acc sg Θρᾷκε , Θράκιος masc nom/voc/acc dual Θρᾷκαι , Θρᾴκη from Thrace fem nom/voc pl Θρᾷκα , Θρᾷξ masc acc sg Θρᾷκι , Θρᾷξ masc dat sg Θρᾷκε , Θρᾷξ masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ανθρακιά — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 720 μ., 124 κάτ.) του νομού Γρεβενών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γρεβενών. * * * και αθρακιά, αθράκα, θράκα, η (AM ἀνθρακιά και Α επικ. ἀνθρακιή) 1. σωρός από αναμμένα κάρβουνα 2. στάχτη από κάρβουνα, καπνιά νεοελλ. η… …   Dictionary of Greek

  • γάστρα — η (AM γάστρα, Α και γάστρη, η) 1. η γλάστρα 2. τα μέρη τού σκάφους που βρίσκονται κάτω από την ίσαλο γραμμή, η πλεούσα* νεοελλ. πήλινο ή σιδερένιο ημισφαιρικό σκεύος με το οποίο σκεπάζουν φαγητό για να ψηθεί πάνω στη θράκα αρχ. το εξογκωμένο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.